Ψηφιακή Πλατφόρμα Πολιτισμού culture365.gr
Λολίτα: ένα μεγάλο σκάνδαλο – κύημα  φαντασίας ή μία εν τω βάθει ερωτική αλληγορία;

Λολίτα: ένα μεγάλο σκάνδαλο – κύημα φαντασίας ή μία εν τω βάθει ερωτική αλληγορία;

Γράφει η συντάκτρια Μαρία Κορόζη

«Σ’ αγάπησα. Ήμουν ένα πεντάποδο τέρας, αλλά σ’ αγάπησα. Ήμουν ποταπός και κτηνώδης και αχρείος και τα πάντα, mais je taimes, je taimes».

Vladimir Nabokov – Lolita

Διαβάζοντας κανείς το αριστούργημα του Βλαντιμίρ Νάμποκωφ με τίτλο «Λολίτα» νιώθει μία έκρηξη συναισθημάτων να κατακλύζει όλο του το σώμα. Τα πρώτα συναισθήματα, όσο καλογραμμένο κι αν είναι το κείμενο, είναι αηδία, αποστροφή και θυμός. Γιατί πολύ απλά η πρώτη ματιά μας παραπέμπει στην αυτοβιογραφία ενός παιδόφιλου. Για όσους όμως αντέξουν και προσπαθήσουν σκληρά να κατανοήσουν το βιβλίο ξεπερνώντας αυτή την πρώτη σκέψη, είναι μια αποκάλυψη κι όχι απλά ένα βιβλίο.

Ένα μυαλό «γυμνασμένο» στους Ρώσους συγγραφείς μπορεί να κατανοήσει ότι για την κουλτούρα εκείνων των χρόνων και εκείνων των ανθρώπων η διαφορά ηλικίας δεν ήταν ταμπού. Άλλωστε ο Ντοστογιέφσκι, σε μία από τις πρώτες νουβέλες που δημοσίευσε, τη «Μειλίχια», περιγράφει τη σχέση ενός άντρα μέσης ηλικίας με μία κοπέλα που μετά βίας έχει συμπληρώσει τα δεκαέξι της έτη. Ο χαμός της Μειλίχιας κατέστρεψε το σύζυγό της που σπαρακτικά κλείνει το μονόλογό του με το αείμνηστο: «Σε λίγο θα την πάρουν και τι θ’ απογίνω;».

Επίσης ο πρώτος έρωτας του θύτη μας, ο χαμός του οποίου τον οδήγησε σε αυτές τις επιλογές, ονομάζεται Άνναμπελ. Άνναμπελ: μία μνεία στο ποίημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, το οποίο έγραψε για την ξαδέρφη του, Βιρτζίνια, την οποία και είχε παντρευτεί όταν η ίδια ήταν 13 ετών κι ο χαμός της τον κατέστρεψε.

Συμπερασματικά, ο χαμός της Λολίτα ρήμαξε τον Χάμπερτ ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ο χαμός των γυναικών τους ρήμαξε τους δύο προαναφερθέντες άντρες.

Το μήνυμα λοιπόν είναι ισχυρό και απόλυτο: ρημάζει τον άνθρωπο ο χαμός της μεγάλης του αγάπης, της τελευταίας του ευκαιρίας να σωθεί σε έναν κόσμο ποταπό και ψεύτικο.

 Αυτό όμως που κάνει τη «Λολίτα» μοναδική είναι ότι διεγείρει τη φαντασία με έναν άκρως αισθησιακό τρόπο. Ένα άγγιγμα του χεριού, η σκηνή όπου η Ντολόρες απλώνει τα πόδια της στα πόδια του Χάμπερτ, επιτρέποντάς του έτσι να βυθιστεί στο άρωμά της και να αγγίξει για λίγο το δέρμα της, περιγράφονται ως συγκλονιστικές στιγμές μέσα από ένα παραλήρημα απόλυτου πάθους κι αφοσίωσης.

Πιθανόν αυτές οι σκηνές μας χρειάζονται ώστε κι εμείς ως σύγχρονοι άνθρωποι να μάθουμε να εκτιμάμε την αξία της στιγμής και να κατανοούμε το πόσο σημαντική είναι η ύπαρξή μας.

Επίσης αξίζει να αναφερθεί πως ο συγγραφέας επικροτεί τη μη επιτηδευμένη θηλυκότητα. Η Ντολόρες δεν είναι στη φάση της κλασικής γυναίκας, που θα μακιγιαριστεί, θα φορέσει συγκεκριμένα ρούχα και αρώματα για να προκαλέσει το ενδιαφέρον ενός άντρα. Γίνεται προκλητική με έναν εντελώς φυσικό κι έμφυτο τρόπο, ούσα ο εαυτός της. Κάτι που σπάνιζε και σπανίζει σε εποχές όπου η περσόνα είναι απαραίτητη για την τέχνη της αποπλάνησης, κοινώς του «ξελογιάσματος».

 Η «Λολίτα» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη δύο φορές. Η πρώτη ήταν το 1962 με πρωταγωνιστές τον James Mason και τη Sue Lyon και η δεύτερη το 1997 με πρωταγωνιστές τους  Jeremy Iron και Dominique Swain.

Αξίζει όμως να πούμε και δύο λόγια για τον συγγραφέα, ειδικά από τη στιγμή που πλησιάζει η επέτειος των γενεθλίων του. Ο Βλάντιμιρ Νάμποκωφ γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1899 στην Πετρούπολη της Ρωσίας. Η οικογένεια Ναμπόκωφ, που οι ρίζες της πάνε πίσω μέχρι τον 14ο αιώνα, με πρώτο πρόγονο έναν Τάταρο πρίγκηπα, τον Ναμπόκ Μούρζα, υπήρξαν, ισχυροί γαιοκτήμονες, και μέλη της Αυλής των Τσάρων.

Ο πατέρας του, Βλαντιμίρ Ντμίτριεβιτς Ναμπόκωφ, γαιοκτήμονας, υπήρξε δικηγόρος, φιλελεύθερος πολιτικός την ταραγμένη εποχή που προηγήθηκε της Οκτωβριανής επανάστασης, εκδότης και δημοσιογράφος.

Η μητέρα του Ελένα Ιβάνοβνα, ήταν και αυτή μέλος παλιάς και πλουσιότατης οικογένειας γαιοκτημόνων.

Η οικογένεια μιλούσε με ευχέρεια τα γαλλικά -όπως όλοι οι Ρώσοι αριστοκράτες εκείνη την εποχή-, γλώσσα που ο συγγραφέας έμαθε πριν από τη ρωσική. Εκπαιδεύτηκε από Ρώσους παιδαγωγούς και απασχολούνταν εκτός των μαθημάτων του, με την συλλογή πεταλούδων, ένα χόμπυ που αργότερα θα γινόταν επάγγελμα. Επίσης του άρεσε η ποδηλασία, το τένις, και το σκάκι. Στην εφηβεία εντάχθηκε στο εγκύκλιο πρόγραμμα σπουδών, πηγαίνοντας Γυμνάσιο στην Αγία Πετρούπολη. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας επίσης ασχολήθηκε με την ποίηση, γράφοντας στίχους τους οποίους εξέδωσε το 1916 στο βιβλίο με τίτλο Ποιήματα (Stikhi).

Με την επικράτηση των μπολσεβίκων το 1917 η οικογένεια ακολούθησε την μοίρα πολλών Ρώσων αριστοκρατών εκείνης της περιόδου. Στην αρχή  αποσύρθηκε στην Κριμαία μέχρι το 1919 και μετά την ήττα του Λευκού έναντι του Κόκκινου στρατού, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα επιστροφής στην παλαιά τάξη πραγμάτων, έφυγε για το εξωτερικό.

Με ενδιάμεσο σταθμό την Ελλάδα, οι Ναμπόκωφ έφτασαν στην Αγγλία με το πλοίο που έκανε την διαδρομή Πειραιάς–Νέα Υόρκη. Οι δυο μεγαλύτεροι γιοι είχαν εξασφαλίσει, μέσω των γνωριμιών του πατέρα τους, υποτροφία για το Κέμπριτζ, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια έφυγε ύστερα από λίγους μήνες πανάκριβης διαμονής στο Λονδίνο για το Βερολίνο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα.

Ο Βλαντιμίρ Νάμποκωφ χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μισάνθρωπος. Απαξιούσε εντελώς μεγάλους Ρώσους συγγραφείς όπως ο Ντοστοφιέφσκι και προτιμούσε να ζει απομονωμένα και μοναχικά. Μοναδική του παρηγοριά και μεγάλη του αγάπη ήταν η σύζυγός του Βέρα.

Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία, ο Νάμποκωφ με την οικογένειά του μετακόμισαν αρχικά στο Παρίσι και έπειτα στην Αμερική.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του εξέδωσε πολλά δοκίμια, μυθιστορήματα, ακόμα και θεατρικά έργα. Το βιβλίο που τον καταξίωσε όμως ήταν η «Λολίτα», που από πολλούς μεγάλους συγγραφείς και κριτικούς έχει θεωρηθεί το καλύτερο βιβλίου του εικοστού αιώνα. Κι όμως ο Νάμποκωφ έδωσε μεγάλη μάχη για να εκδοθεί αυτό το βιβλίο. Πολλοί εκδοτικοί οίκοι αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν ένα τόσο σκανδαλώδες μυθιστόρημα. Ωστόσο το 1955 βγαίνει στη δημοσιότητα η Λολίτα δίνοντας στον Νάμποκωφ τον τίτλο του πιο πρωτοπόρου συγγραφέα.

Μετά την τεράστια επιτυχία της Λολίτα, και αφού πλέον δεν χριζόταν απαραίτητη η εύρεση εργασίας για τη συντήρησης της οικογενείας του, μετακόμισε μόνιμα την Ελβετία.

Ο Νάμποκωφ πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1977 αφήνοντας πίσω του μία ανεκτίμητης αξίας συγγραφική κληρονομιά.

Close Menu
elΕλληνικά