Ο ιερός ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη: Μια πρωτοβυζαντινή εκκλησία στην καρδιά της πόλης

Ο ιερός ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη: Μια πρωτοβυζαντινή εκκλησία στην καρδιά της πόλης

Του Γιώργου Αντωνόπουλου

Η ιστορική και θρησκευτική σημασία του Ιερού Ναού

Στο κέντρο της πόλης, επί της οδού Αγίου Δημητρίου, πάνω από την αρχαία Αγορά βρίσκεται ο Μεγαλοπρεπής Ναός του Μεγαλομάρτυρα Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες πρωτοβυζαντινές εκκλησίες του ελλαδικού χώρου με πλούσια διακόσμηση, την οποία αξίζει να επισκεφτεί κάποιος λόγω της αρχιτεκτονικής αλλά και ιστορικής αξίας της. Ο ναός αυτός χτίστηκε από τον έπαρχο του Ιλλυρικού Λεόντιο πάνω από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου. Σύμφωνα με την παράδοση, το έτος 412 ο Λεόντιος αντικατέστησε το παλαιότερο εκκλησάκι με μια μνημειώδη και επιβλητική τρίκλιτη βασιλική, γκρεμίζοντας τα δημόσια λουτρά και τις καμάρες που βρίσκονταν γύρω από αυτόν για να ευχαριστήσει τον Άγιο που τον θεράπευσε από μια βαριά ασθένεια. Βέβαια, η ανέγερση της εκκλησίας αυτής δεν σχετιζόταν μονάχα με τα προσωπικά κίνητρα του έπαρχου. Αντικατοπτρίζει, επίσης, τις μεγάλες αλλαγές που υφίσταντο ο βυζαντινός αστικός χώρος τον αιώνα αυτό, λόγω και της ραγδαίας δύναμης που αποκτάει η Εκκλησία. Οι σπουδαίοι δημόσιοι χώροι και τα κτήρια του προηγούμενου αιώνα, δηλαδή οι ρωμαϊκές πλατείες (fora), τα γυμναστήρια και οι παλαίστρες, οι δημόσιοι χώροι υγιεινής (λουτρά), τα θέατρα αναψυχής (ωδεία, θέατρα, αρένες) καθώς επίσης και οι ναοί της παλαιάς θρησκείας εγκαταλείφθηκαν σιγά σιγά και στη θέση τους χτίστηκαν ογκώδεις χριστιανικοί ναοί, δίπλα στους οποίους μεταφέρθηκε ο αστικός πυρήνας.

Εικόνα: Η εξαήμερη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους (Οκτ. 1040). Μικρογραφία σε χειρόγραφο από το χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη (Ισπανία, Μαδρίτη Εθνική Πινακοθήκη).

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αντίληψη των Βυζαντινών η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου αποτελούσε ισοδύναμη απεικόνιση της ίδια της πόλης. Επιβεβαιώνεται μεταξύ άλλων και μέσα στη μικρογραφία, όπου ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου κυριαρχεί και ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα κτίσματα.

Εικόνα: Η εορτή του Αγίου Δημητρίου αποτελεί μια από τις σημαντικότερες χριστιανικές εορτές της Θεσσαλονίκης. (Πηγή https://eleftheriaonline.gr/local/koinonia/ekklisia/item/137083-i-giorti-tou-agiou-dimitriou-arkadon-kai-kokorogianni-stin-kalamata)

 

Η έντονη πατρική σχέση με βαθύ θρησκευτικό περιεχόμενο που αναπτύχθηκε μεταξύ του Αγίου και των κατοίκων της Θεσσαλονίκης ανέδειξε τη σπουδαιότητα της εκκλησίας αυτής. Στα μάτια των Θεσσαλονικέων ο ναός αποτελούσε ένα καταφύγιο, όπου μπορούσαν να καταφύγουν και να προστατευτούν από τους διάφορους κινδύνους. Λόγου χάρη, σε περιπτώσεις σπουδαίων καταστροφών (λοιμών, πυρκαγιών) ή πολιορκιών, οι κάτοικοι επισκέπτονταν την εκκλησία αυτή, όπου στεγαζόταν τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου και ζητούσαν τη μέριμνα και προστασία του. Όπως αναφέρουν οι συλλογές θαυμάτων του εν λόγω Αγίου, ο τελευταίος ανταποκρινόταν θετικά στις εκκλήσεις των πιστών και παρέμβαινε ουσιαστικά για να σώσει τους κατοίκους της πόλης του από τον σίγουρο κίνδυνο. Προς τιμήν αυτών των θαυματουργικών ενεργειών, ανήμερα της εορτής του πραγματοποιούνταν στον ιερό ναό λαμπρή θεία λειτουργία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο επίσκοπος εκφωνούσε ομιλία στο ποίμνιο του, εξιστορώντας τις θαυματουργικές εμφανίσεις και παρεμβάσεις του Αγίου προς ωφέλεια της πόλης. Την ίδια ημέρα, οι κάτοικοι διαφόρων πόλεων επισκέπτονταν τον ναό, επιθυμώντας να προσκυνήσουν το ιερό λείψανο και να παραλάβουν το μύρο του, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδόσεις, είχε θαυματουργικές ιδιότητες. Παράλληλα, αφιέρωναν στον τάφο του διάφορα δώρα, όπως ιερά κειμήλια και σκεύη. Η γιορτή αυτή πέρα από θρησκευτικό είχε και εμπορικό χαρακτήρα αφού την ίδια μέρα πραγματοποιούταν γύρω από την εκκλησία μεγάλη εμποροπανήγυρη, όπου μαζευόταν πλήθος κόσμου για να πουλήσει τα εμπορεύματα του.
Ο μεγαλοπρεπής αυτός ναός υπέστη κατά καιρούς ζημιές και καταστροφές. Μεταξύ των ετών 629 και 639 ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά στην πόλη της Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς τον ναό. Η καταστροφή του ιερού προκάλεσε μεγάλο πένθος στους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι θεώρησαν ότι ο Άγιος τους εγκατέλειψε λόγω των αμαρτιών τους. Οι επίμονες παρακλήσεις και επιταγές των τελευταίων για την επισκευή του ναού οδήγησαν τον τότε επίσκοπο Ιωάννη να ξαναχτίσει την εκκλησία από την αρχή, προσθέτοντας άλλα δύο κλίτη. Ωστόσο, δεν ήταν η μόνη φορά που ο ναός ταλαιπωρήθηκε. Τα έτη 904 και 1185 υπέστη καταστροφές και λεηλασίες από τον αραβικό στόλο του Λέοντος Τριπολίτη και από τους Νορμανδούς αντίστοιχα. Μάλιστα, οι τελευταίοι κομμάτιασαν και μετέφεραν πίσω στην Ιταλία το σκήνωμα του Αγίου Δημητρίου. Αιώνες αργότερα βρέθηκε σε μια ξύλινη λειψανοθήκη στο μοναστήρι του Αγίου Λαυρεντίου του Κάμπο στη Βόρεια Ιταλία, κοντά στην Αγκώνα. Το 1978 επιστράφηκαν η κάρα και μέρος των λειψάνων του Αγίου πίσω στην εκκλησία, όπου τοποθετήθηκαν στο βόρειο κλίτος σε αργυρή λειψανοθήκη κάτω από το ομοίωμα του παλιού κιβωρίου, έργο του γλυπτικού οίκου Φιλιππότης από την Τήνο. Εξήντα χρόνια μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, δηλαδή το έτος 1493, ο ιερός ναός μετατράπηκε σε Τζαμί με το όνομα Κασιμιέ Τζαμί (Kasimiye Camii). Οι πιστοί ήταν υποχρεωμένοι να ασκούν τα πνευματικά τους καθήκοντα σε έναν μικρό χώρο στα βορειοδυτικά του ναού, χώρος που αποτέλεσε το κενοτάφιο του αγίου. Η κατάσταση αυτή επικράτησε μέχρι το 1912, όταν η πόλη απελευθερώθηκε από τα ελληνικά στρατεύματα. Τέλος, το 1917 προκλήθηκε μια μεγάλη πυρκαγιά στο κέντρο της πόλης, καταστρέφοντας μια έκταση πάνω από ενάμιση τετραγωνικό χιλιόμετρο. Το αρχικό κτήριο της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου καταστράφηκε ολοσχερώς. Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς πραγματοποιήθηκαν ανοικοδομητικές εργασίες στον ιερό ναό, αντικαθιστώντας το κατεστραμμένο κτήριο με ένα φιλόδοξο αντίγραφο. Η αναστήλωση του ολοκληρώθηκε έπειτα από αρκετά χρόνια, το έτος 1949. Λόγω της ιστορικής του αξίας, ανακηρύχθηκε το 1988 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Εικόνα: Η πυρκαγιά έκαψε ολοσχερώς την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Φωτογραφία από το βιβλίο των Χρ. Ζαφείρη-Άρη Παπατζήκα «Εν Θεσσαλονίκη, 1900-1960».

 

Αρχιτεκτονική του κτηρίου
Ο Άγιος Δημήτριος της Θεσσαλονίκης ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της πεντάκλιτης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος και ξύλινη τριγωνική στέγη. Έχει μήκος 43,58 μ. και πλάτος 33 μ. Ο περιηγητής έχει πρόσβαση στον ναό από δύο θήρες, οι οποίες βρίσκονται στο δυτικό μέρος του. Εσωτερικά του ναού, τα πέντε κλίτη χωρίζονται από τέσσερις σειρές κιονοστοιχιών. Το μεσαίο κλίτος είναι το πιο ευρύτερο και οριοθετείτε από τα υπόλοιπα με 20 κίονες (οχτώ πράσινους και δώδεκα λευκούς) και τέσσερις πεσσούς που κοσμούνται με κιονόκρανα, διακοσμημένα με ακανθώδη σχήματα και σχηματίζουν τοξοστοιχίες. Επάνω σε όλα τα κλίτη και τον νάρθηκα υπάρχουν υπερώα, τα οποία επικοινωνούν μέσω παραθύρων με το μεσαίο κλίτος. Τα πλάγια κλίτη διαθέτουν κλιμακωτές στέγες και σχηματίζουν μονόλοβα, δίλοβα και τρίλοβα παράθυρα. Αν και το αρχικό κτήριο καταστράφηκε από την πυρκαγιά, εντούτοις, σώζονται πολλά τμήματα από τους αρχικούς κίονες, τα κιονόκρανα, το εγκάρσιο κλίτος, η αψίδα και ο διακοσμημένος τοίχος του τριβήλου (άνοιγμα που ενώνει τον νάρθηκα με τον κυρίως ναό) στο δυτικό άκρο του μεσαίου κλίτους, καθώς επίσης η τοξοστοιχία ανάμεσα στα δύο πλάγια κλίτη.

Εντός του Ιερού βρίσκεται και το παρεκκλήσιο του τάφου του Αγίου Δημητρίου, το οποίο αποτελούσε τμήμα του παλιού ρωμαϊκού λουτρού πριν την κατεδάφιση του για τις ανάγκες ανέγερσης του ναού. Αρχικά, το ταφικό μνημείο του Αγίου Δημητρίου βρισκόταν κάτω από την Αγία Τράπεζα στο Ιερό Βήμα. Αργότερα, μεταφέρθηκε στο κεντρικό κλίτος, κίνηση που στόχευε στην καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των πιστών που ήθελαν να τον προσκυνήσουν Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όταν ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί, ο τάφος μεταφέρθηκε στο σημείο που βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Κοντά στην αριστερή κιονοστοιχία του κεντρικού κλίτους βρίσκεται το μαρμάρινο κιβώριο, στο οποίο φυλάγονται τα λείψανα του Αθλοφόρου. Σύμφωνα με την παράδοση, στη θέση του βρισκόταν ένα παλαιότερο, εξαγωνικό κιβώριο και κάτω από αυτό ήταν θαμμένα τα λείψανα του. Κατά τη βυζαντινή εποχή, οι χριστιανοί πάσης γης Ρωμαίων επισκέπτονταν το κιβώριο για να το ασπαστούν και να πάρουν τη χάρη και την ευλογία του προστάτη τους. Η κατασκευή αυτή καταστράφηκε στις αρχές του 10ου αιώνα από τους Σαρακηνούς και αργότερα πάλι το 1118 από τους Νορμανδούς.
Μπροστά στον αριστερό πεσσό του Ιερού βήματος βρίσκεται ένα πηγάδι, το οποίο είναι διαμορφωμένο με ένα μαρμάρινο κιβώριο. Κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες, το πηγάδι αυτό τροφοδοτούσε τα ρωμαϊκά λουτρά και αποτέλεσε τον πρώτο τάφο του Αγίου Δημητρίου, αφού μετά τον θάνατο του οι χριστιανοί έριξαν μέσα σε αυτό το σώμα του για να μην καταστραφεί από τους ειδωλολάτρες. Η χριστιανική παράδοση υποστηρίζει ότι κατά τους αιώνες το πηγάδι αυτό αναβλύζει συνεχώς αγίασμα και μύρο, το οποίο προέρχεται από τις πληγές του Αγίου Δημητρίου. Το αγίασμα και ύστερα το μύρο κατέληγαν μέσω μολύβδινων αγωγών κάτω από τον Ναό σε μαρμάρινη φιάλη στις κόγχες της Κρύπτης, το οποίο οι χριστιανοί λάμβαναν με διάφορα αγγεία, πήλινα, γυάλινα ή μεταλλικά. Σήμερα, το αγίασμα λαμβάνεται από επίδική μαρμάρινη βρύση πού υπάρχει αριστερά τού πηγαδιού.
Τέλος, ο περιηγητής αξίζει να επισκεφτεί την Κρύπτη του Ιερού. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα από στοές και θολωτούς διαδρόμους, οι οποίοι στηρίζονται σε κίονες κάτω από το Ιερό Βήμα. Η κατασκευή αυτή αποτελούσε τμήμα του ρωμαϊκού λουτρού που βρισκόταν στην αγορά, όπου σύμφωνα με την παράδοση φυλακίσθηκε, μαρτύρησε και θανατώθηκε ο Άγιος Δημήτριος το 305. Κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες φαίνεται ότι λειτούργησε ως πρώτος λατρευτικός χώρος του Αγίου. Μετά την ίδρυση του πρώτου μεγάλου Ναού, το διαμέρισμα αυτό ενσωματώνεται στον ήδη υπάρχοντα χώρο ως χώρος του Μαρτυρίου και Κρύπτη. Στο κέντρο του οικοδομήματος υπάρχει αψίδα με ημικυκλικό κιβώριο, που φράσσεται με χαμηλή και ανάγλυφη βάση, η οποία αποτελεί τον χώρο όπου έρρεε το αγίασμα και το μύρο. Αυτό επιβεβαιώνεται, όπως αναφέραμε προηγουμένως, από τις σωληνώσεις και τους υδαταγωγούς που διακλαδίζονται στις δεξαμενές, οι οποίες ξεκινούσαν από το πηγάδι και κατέληγαν στη μικρή μαρμάρινη φιάλη μπροστά του Κιβωρίου. Στον χώρο της Κρύπτης βρίσκεται επίσης ένα Παρεκκλήσιο με διάτρητο άνοιγμα στην ανατολική κόγχη του. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους επικοινωνούσε με την κρήνη του αγιάσματος, αλλά και με το ιερό του Ναού.

Η κρύπτη του ναού του Αγίου Δημητρίου ανακαλύφθηκε μετά την πυρκαγιά του 1917. Κατά το διάστημα 1985 – 88 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές εργασίες στα βόρεια διαμερίσματα της Κρύπτης και οργανώθηκε έκθεση αρχαιοτήτων, στην οποία περιλήφθηκαν τα γλυπτά του ναού που διασώθηκαν από την πυρκαγιά, καθώς και ανασκαφικά ευρήματα, όπως νομίσματα και κεραμική. Τα εκθέματα χρονολογούνται από τον 5ο έως τον 14ο αι.


Ο ζωγραφικός και γλυπτικός διάκοσμος του Ναού. Ένα ταξίδι στον χρόνο.
Η μεγαλοπρέπεια του Ναού δεν οφείλεται μονάχα στη σπουδαία αρχιτεκτονική του. Καθώς εξερευνάει τον πνευματικό αυτόν χώρο, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με έναν σπουδαίο ζωγραφικό και γλυπτικό διάκοσμο, ο οποίος προσδίδει στο εκκλησιαστικό αυτό μνημείο διαχρονική αξία. Τα ποικίλα γλυπτά του ναού, όπως οι πεσσοί, τα κιονόκρανα, τα θωράκια, τα επιστύλια καθώς επίσης η ορθομαρμάρωση και η επένδυση με ποικίλες μαρμάρινες πλάκες των κιονοστοιχιών του μεσαίου κλίτους δίνουν μεγάλη λαμπρότητα στον ιερό αυτό χώρο. Μετά την μετατροπή του ναού σε τζαμί, αρκετά από τα γλυπτά χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό για την ανέγερση του μιναρέ. Ό,τι υλικό επιβίωσε από την καταστροφή μετεφέρθηκε στην Κρύπτη. Από την άλλη πλευρά, το πλήθος των ψηφιδωτών και των τοιχογραφιών με την υψηλή τεχνική και την ευρύτατη θεματολογία, προσθέτουν υψηλή καλαισθησία και αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες της ιστορικής πορείας του Ιερού. Εν κατακλείδι, η βασιλική του Αγίου Δημητρίου, στολισμένη με τα ψηφιδωτά στους τοίχους, στα τόξα και στους θόλους, με ψιλοδουλεμένα κιονόκρανα, ανάγλυφα θωράκια καθώς και με μεγάλης ιστορικής αξίας τοιχογραφίες, συνιστά ένα μνημειακό κτίσμα απαράμιλλής ομορφιάς.

Επίλογος
Αν και ο χρόνος δεν φέρθηκε καλά στον πνευματικό αυτό χώρο, ωστόσο, παραμένει ακόμη και σήμερα ένα αξιομνημόνευτο κτήριο. Η μεγαλοπρεπή κατασκευή του, η σπουδαία ιστορία του, ο πλούσιος γλυπτικός και ζωγραφικός διάκοσμος εξηγεί γιατί η βασιλική του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη αποτελούσε το κατεξοχήν κέντρο λατρείας του Αθλοφόρου όχι μόνο στην ίδια την πόλη αλλά σε ολόκληρη τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Βιβλιογραφία
Les plus anciens recueils des miracles de saint Démétrius et la pénétration des Slaves dans les Balkans, v. 1: Le texte, Paris 1979, II: Commentaire, Paris 1981.
Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1991.
Πετρίδης Π., «Παρατηρήσεις στις πόλεις και τις αστικές οικίες της ύστερης αρχαιότητας στον ελλαδικό χώρο», ΔΧΑΕ ΚΘ΄ (2008), 247-258.

 

Close Menu