Ψηφιακή Πλατφόρμα Πολιτισμού culture365.gr
«Στο σκοτάδι ανθίζω» | Εκδόσεις Καστανιώτη

«Στο σκοτάδι ανθίζω» | Εκδόσεις Καστανιώτη

Σε μια εποχή που η χώρα συγκλονίζεται από αλλεπάλληλες υποθέσεις
κακοποίησης, ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα έρχεται να ρίξει φως στα
ζητήματα που απασχολούν το τελευταίο διάστημα την ελληνική κοινωνία.
Βασισμένο σε αληθινά βιώματα και δομημένο με ευρηματική πλοκή, το
βιβλίο του διακεκριμένου γιατρού και συγγραφέα Χρήστου Ναούμ
εισχωρεί στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, με ιστορίες που
συγκλονίζουν. Η βία και η κακοποίηση στα παιδικά και εφηβικά χρόνια, η
αποπλάνηση, η απόρριψη, η ενοχή, οι νοσηρές σχέσεις και τα κρυμμένα
μυστικά που στιγματίζουν ολόκληρες ζωές, θίγονται στο μυθιστόρημα Στο
σκοτάδι ανθίζω, ένα βιβλίο που αναζητεί την κάθαρση και τη λύτρωση
στην ανθρώπινη τραγωδία.

Σκληρόδετη έκδοση
Σελ.: 416
Τιμή (με ΦΠΑ): €18
ISBN 978-960-03-6809-3


Ο Χρήστος Ναούμ με σπουδαία διαδρομή στον χώρο της Ιατρικής, διανύει
μια εξίσου σημαντική πορεία στη λογοτεχνία από το 2008 μέχρι σήμερα,
με τέσσερα μυθιστορήματα, μια συλλογή διηγημάτων και πέντε θεατρικά
έργα. Το νέο του βιβλίο συνδιαλέγεται με όσα συμβαίνουν σήμερα,
παρακολουθώντας τη ζωή ενός βασανισμένου ανθρώπου, του
ψυχολόγου Φίλιππου Δελλή, ο οποίος προσπαθεί να ορθοποδήσει σε μια
ζωή γεμάτη παγίδες και εμπόδια. Είναι εντέλει ένα μυθιστόρημα που
δικαιώνει τον τίτλο του, με το ελπιδοφόρο μήνυμα ότι κάθε άνθρωπος
μπορεί να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Ο Φίλιππος Δελλής, οδηγώντας ένα βροχερό απόγευμα, προβληματίζεται
με τη διάγνωση που μόλις του έχει ανακοινωθεί. Καρκίνος.
Ο νους του, σαν κινούμενη κάμερα, στρέφεται στα παλιά για να εξηγήσει
και να αντέξει τα καινούργια. Επανεξετάζει γεγονότα που τον σημάδεψαν,
ανατρέχει στους έρωτες και στις οικογενειακές σχέσεις, στη βία και την
κακοποίηση των παιδικών και εφηβικών χρόνων, στις ματαιώσεις της
ενηλικίωσης αλλά και στις ασύμμετρες συγκρούσεις με τις κοινωνικές
προκαταλήψεις.
Στον δρόμο του συστοιχίες δέντρων. Στον ίσκιο τους, ως άνθρωπος που
ακολουθεί τα όνειρά του, ο Φίλιππος δεν παρασύρεται από τις
αντιξοότητες. Θα αναμετρηθεί με φόβους και βεβαιότητες, για να αποδείξει
ότι η ζωή είναι μοναδική, γλυκιά και απρόβλεπτη και ότι οι άνθρωποι
μπορούν να ξανανθίσουν – ακόμα και στο σκοτάδι.

ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ!

Αποσπάσματα από το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Ναούμ Στο σκοτάδι ανθίζω, Εκδόσεις Καστανιώτη 2021

Η Αντιγόνη με τη μητέρα της απουσιάζανε, αλλά θα επέστρεφαν σύντομα. Μου έδωσε ένα βιβλίο να χαζεύω για να ψάξει στην κουζίνα. Ήθελα να ξαναζήσω την Κοκκινοσκουφίτσα και τη Χιονάτη. Όρθιος το ξεφύλλιζα, όταν απρόσμενα αισθάνθηκα την παρουσία του κυρίου Λευτέρη, πίσω μου. Ένιωσα την ανάσα του, άρρυθμη και καυτή, στον λαιμό μου, ενώ τα χέρια του κατέβαζαν βίαια το μαγιό μου.
Προσπαθούσα να προστατευθώ. Τον απωθούσα από κοντά μου: «Σας παρακαλώ, κύριε Λευτέρη. Αφήστε με. Δεν θέλω. Σας…» Έφραξε με την παλάμη του το στόμα μου.
Ντροπή και φόβος με κατέκλυσαν. Εξάλλου, στις διδαχές και στις νουθεσίες των γονιών μου εμπεριέχονταν τα «Μη σε γδύσουν ποτέ», «Μη σου δώσουν γλυκά και καραμέλες για να σε πασπατέψουν. Ούτε γλυκά, ούτε ζαχαρωτά, ούτε κούκλες». Κυρίως άγνωστοι, που πλησιάζουν μικρά παιδιά με παρόμοιους σκοπούς. «Μοιάζουν στον Αράπακλα, που παίρνει τα παιδιά. Μακριά τους». Μου το τόνιζαν συνέχεια κι η Μαντώ σαν αντιφώνηση το επαναλάμβανε. «Βρε, μη σε ξεβρακώσουν.
Χα, χα». Της έβγαζα τη γλώσσα κοροϊδευτικά. «Εσένα θα ξεβρακώσουν».
Ο κύριος Λευτέρης ήταν δυνατότερός μου. Με γονάτισε στο πάτωμα με μια λαβή, με ακινητοποίησε. Ένας δυνατός πόνος διαπέρασε τα σωθικά μου. Αναστατώθηκα χωρίς να αντιλαμβάνομαι την πράξη που διαδραματιζόταν. Τι ήταν όλο αυτό; Το παιδικό μου σώμα είχε γίνει έρμαιο στα χέρια του. Με έναν τελευταίο αναστεναγμό ο κύριος Λευτέρης με έσφιξε πάνω του για λίγο, μετά με έσπρωξε απότομα. «Ντύσου γρήγορα», με πρόσταξε. «Αλίμονό σου, αν μιλήσεις. Τσιμουδιά. Τ’ ακούς; Θα σου κόψω το κεφάλι, κακομοίρη μου». Και μου έδωσε τη φόρμα του κέικ. Πόσο είχα φοβηθεί. Αν το αποκάλυπτα στη μητέρα μου, θα έτρωγα το ξύλο της χρονιάς. Θα το
έριχναν απάνω μου. Εγώ τον ερέθισα. Όφειλα λοιπόν να το κρύψω βαθιά μέσα μου. Όχι, δεν θα ξαναπήγαινα σε εκείνο το σπίτι. Θα το απέφευγα όσο μπορούσα. Κι η Αντιγόνη; Τα παραμύθια της;
Συχνά πυκνά η μητέρα μου χρειαζόταν πότε το ένα οικιακό σκεύος, πότε το άλλο. Πότε της έλειπε η ζάχαρη, πότε το αλεύρι. Τι σόι νοικοκυρά ήταν κι αυτή; Έπρεπε σώνει και καλά να τρέχω στο σπίτι του κυρίου Λευτέρη, ήθελα, δεν ήθελα. Τον πρώτο καιρό αντιδρούσα και την ανάγκαζα να στέλνει τη Μαντώ αντ’ εμού. Ευκαιρία να πονέσει κι αυτή, που μου έκανε όλο την έξυπνη. Πλην όμως εκείνη επέστρεφε χαρούμενη, χωρίς ποτέ να δω τα μάτια της κλαμένα. Την ψάρευα μήπως μάθω κάτι, ποτέ δεν μου ανέφερε σχετικά πράγματα. Πότε η μπουκαμβίλια ήταν φουντωμένη, πότε η Αντιγόνη τής χάριζε τα βιβλία της. Πότε την κερνούσαν γλυκό του κουταλιού. Τρία πουλάκια κάθονταν! Χριστέ μου, μόνο σε μένα συμβαίνανε τα αλλόκοτα;

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Τότε συνηθιζότανε να μας οδηγούν στην εκκλησία, πριν από τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή, για να μετανοήσουμε, να καθαρίσουμε τις ψυχές μας και να εξαγνιστούμε. Βασικός τρόπος «ξεμαγαρίσματος» ήταν μέσω της εξομολόγησης. Περιμέναμε, λοιπόν, στη σειρά, για να μας καλέσει ο παπάς και να του αφηγηθούμε τα αμαρτήματά μας. Τώρα, γιατί παιδιά της ηλικίας μου ήταν αμαρτωλά, ανήθικα και διεφθαρμένα, είναι απορίας άξιον.
Έφτασε η σειρά μου και με φώναξε ο παππούλης με τα λευκά μαλλιά και την
πραότητα στο βλέμμα. «Λέγε, τι κακό έχεις κάνει; Τον παίζεις;» Εγώ ήμουν γονατισμένος μπροστά του και κοίταζα τα παπούτσια του σε πλήρη υποταγή. Είχε να τα καθαρίσει καιρό, μέσα στις λάσπες ήταν. Αν άφηνα τα δικά μου έτσι, η μητέρα μου θα με είχε κάνει ασήκωτο από το ξύλο. «Μίλα, παιδί μου, περιμένουν οι συμμαθητές σου. Θα βραδιαστούμε».
«Πάτερ, εγώ… Να, πάω στο σπίτι του κυρίου Λευτέρη».
«Μωρέ, μπας και σ’ τον χώνει;» μούγκρισε, έχοντας αρχίσει να εκνευρίζεται.
Φαίνεται γνώριζε αυτού του τύπου τις αναμετρήσεις.
«Όχι, α μπα…» έσκυψα πάλι τα μάτια μου στα παπούτσια του. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Να τα πω, να μην τα πω; Απανωτά τσιμπήματα στην καρδιά μου με πίεζαν να μην ανοίξω το στόμα μου. Από την άλλη, ήταν μια ευκαιρία για εξιλέωση.
Δυο χρόνια κράταγε το παιχνίδι με τον κύριο Λευτέρη. Επιθυμούσα διακαώς να ξεμπερδεύω μαζί του. Βρισκόμουν σε ιερό μέρος, αν άνοιγα την καρδιά μου, θα έβρισκα συγχώρεση και γαλήνη.
«Με καβαλάει…»
Τι ήταν να το πω! Σηκώθηκε όρθιος, ωρυόταν και ξεφυσούσε σαν λυσσασμένο σκυλί. «Αρσενοκοίτη. Ντροπή και λάσπη! Αίσχος! Να μην ξαναπατήσεις στην εκκλησία μου! Ούτε να ‘ρθεις για Θεία Κοινωνία. Θα σου κόψω τα πόδια». Κεφάλια των συμμαθητών μου πρόβαλαν στο πλάι της κουρτίνας. Από τα ουρλιαχτά του
τρόμαξαν. Τι θα πει αρσενοκοίτης; Δεν ήξερα ούτε καταλάβαινα τι μου έλεγε. Εντωμεταξύ, τον είχε πιάσει υστερία: «Έξω από δω! Στο πυρ το εξώτερο! Στις φλόγες της κόλασης». Κι άλλες τέτοιες μπαρούφες μου στρίγγλιζε, ενώ πίσω από την κουρτίνα οι συμμαθητές μου χασκογέλαγαν. Πρόσφερα δωρεάν θέαμα, σαν τους χριστιανούς
στις αρένες.

Close Menu